Η σεξουαλική δυσλειτουργία που περιλαμβάνει μειωμένη επιθυμία, δυσκολία στύσης ή δυσκολία στην επίτευξη οργασμού είναι μία από τις πιο συχνές αιτίες που οι ασθενείς διακόπτουν την αγωγή τους με SSRI, οδηγώντας ενδεχομένως σε υποτροπή της κατάθλιψης. Η βασική αιτία φαίνεται να είναι η σεροτονίνη. Ενώ η αύξηση της σεροτονίνης στον εγκέφαλο βελτιώνει τη διάθεση, παράλληλα μπορεί να ενισχύσει τις ανασταλτικές οδούς του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη σεξουαλική απόκριση.
Η νέα ελπίδα προέρχεται από μια μη επεμβατική εξέταση EEG που ονομάζεται LDAEP (Loudness Dependence of Auditory Evoked Potentials). Το τεστ LDAEP είναι, ουσιαστικά, ένα είδος ακουστικού τεστ: ο ασθενής ακούει ήχους σε διαφορετικές εντάσεις, ενώ μετρώνται τα εγκεφαλικά του κύματα. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι ο τρόπος που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τον ήχο δίνει πληροφορίες για τα επίπεδα σεροτονινεργικής δραστηριότητας.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Κοπεγχάγης, με επικεφαλής τον Δρ. Kristian Jensen, ανακάλυψαν μια ισχυρή συσχέτιση. Συγκεκριμένα, διαπίστωσαν ότι τα άτομα που είχαν υψηλότερη σεροτονινεργική δραστηριότητα στον εγκέφαλο πριν ξεκινήσουν τη λήψη αντικαταθλιπτικών, είχαν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν σεξουαλικές παρενέργειες κατά τη διάρκεια της 8-εβδομης θεραπείας, ειδικά δυσκολία στην επίτευξη οργασμού.
Η ακρίβεια της πρόβλεψης ήταν εντυπωσιακή: με τη χρήση αυτής της μη επεμβατικής μέτρησης, μπορούσαν να προβλέψουν την ικανότητα επίτευξης οργασμού με ακρίβεια έως και 87%. Αν και χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες, ειδικά για την εκτίμηση της στυτικής δυσλειτουργίας, τα ευρήματα αυτά έχουν τεράστια κλινική σημασία για την ιατρική ακριβείας.
Εάν τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιωθούν, το τεστ LDAEP θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστικό εργαλείο ρουτίνας. Οι γιατροί θα μπορούσαν να προσδιορίζουν ποιοι ασθενείς είναι πιο ευαίσθητοι στις σεξουαλικές παρενέργειες των SSRI και να τους προτείνουν εναλλακτικές αγωγές (όπως φάρμακα που λειτουργούν κυρίως μέσω ντοπαμίνης ή νορεπινεφρίνης, π.χ. η βουπροπιόνη) ή να προσαρμόζουν τη δόση, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και, τελικά, την επιτυχή αντιμετώπιση της κατάθλιψης.