Ο καρκίνος της κεφαλής και του τραχήλου, που συχνά συνδέεται με τον ιό HPV, διαγιγνώσκεται συνήθως σε προχωρημένο στάδιο, όταν τα συμπτώματα έχουν ήδη εμφανιστεί. Όμως, μια νέα επιστημονική εξέλιξη έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα: ένα πρωτοποριακό τεστ αίματος, το HPV-DeepSeek, υπόσχεται έγκαιρη ανίχνευση έως και μια δεκαετία πριν την εκδήλωση της νόσου, ανοίγοντας τον δρόμο για πολύ πιο ήπιες και αποτελεσματικές θεραπείες.
Ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) ευθύνεται για περίπου το 70% των καρκίνων κεφαλής και τραχήλου στις ΗΠΑ, με τα ποσοστά να αυξάνονται συνεχώς. Το κύριο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, για αυτόν τον τύπο καρκίνου δεν υπάρχει αντίστοιχη καθιερωμένη μέθοδος προσυμπτωματικού ελέγχου. Ως αποτέλεσμα, η διάγνωση γίνεται αργά, αφότου οι όγκοι έχουν ήδη επεκταθεί και έχουν προκαλέσει εμφανή συμπτώματα.
Το νέο τεστ, που ονομάζεται HPV-DeepSeek και αναπτύχθηκε από ερευνητές του Mass General Brigham, είναι στην ουσία μια «υγρή βιοψία». Η μέθοδος βασίζεται στην αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος (whole-genome sequencing) για τον εντοπισμό και την ανάλυση μικροσκοπικών θραυσμάτων DNA του HPV που προέρχονται από τον όγκο και κυκλοφορούν ελεύθερα στο αίμα.
Στη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο *Journal of the National Cancer Institute*, το τεστ επέδειξε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Εντόπισε DNA όγκου HPV σε 27 από τα 28 δείγματα ατόμων που αργότερα εμφάνισαν τον καρκίνο. Το πιο αξιοσημείωτο εύρημα είναι ότι το τεστ κατάφερε να ανιχνεύσει την παρουσία του καρκίνου ακόμη και σε δείγματα αίματος που είχαν συλλεχθεί έως και 10 χρόνια πριν από την επίσημη διάγνωση των ασθενών.
Η δυνατότητα ανίχνευσης αυτών των καρκίνων σε ασυμπτωματικά άτομα, πολλά χρόνια πριν την εκδήλωσή τους, χαρακτηρίζεται ως πρωτοποριακή από τους επιστήμονες. Η έγκαιρη διάγνωση αναμένεται να επιτρέψει στους ασθενείς να ξεκινήσουν θεραπεία στα πολύ πρώιμα στάδια, βελτιώνοντας δραματικά τα ποσοστά επιτυχίας και, κυρίως, μειώνοντας την ανάγκη για επιθετικές θεραπείες (όπως χειρουργεία, ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες) που συχνά προκαλούν σημαντικές, μακροχρόνιες παρενέργειες και επηρεάζουν την ποιότητα ζωής.